Η Μερόπη αστειεύεται

Η Μερόπη αστειεύεται

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Ναζιμ Χικμέτ. Πώς θα γενούνε τα σκοτάδια φως?


Αν δεν καώ εγώ,

αν δεν καείς εσύ,

αν δεν καούμε εμείς,

πώς θα γενούνε

τα σκοτάδια φως;

Αυτούς τους αγαπημένους στίχους του Ναζίμ Χικμέτ θυμήθηκα σήμερα, όταν διάβασα στον τύπο (βλ. εδώ και εδώ) ότι η Τουρκική Κυβέρνηση αποφάσισε να αποδώσει, μετά θάνατο, την τουρκική υπηκοότητα στο μεγάλο Τούρκο Ποιητή που του την είχε αφαιρέσει τη δεκαετία του ’50. «Τα αδικήματα, τα οποία ανάγκασαν τις Αρχές να του αφαιρέσουν, την εποχή εκείνη, την υπηκοότητα, δεν θεωρούνται εγκλήματα σήμερα», είπε ο εκπρόσωπος της Κυβέρνησης. Ποιά ήταν τα αδικήματα του Ναζίμ Χικμέτ? Μα οι κομμουνιστικές του ιδέες, για τις οποίες τον φυλάκισαν για χρόνια, τον κατηγόρησαν για «προδοσία» και τον ανάγκασαν να πεθάνει εξόριστος στη Μόσχα το 1963, αφού πρώτα του στέρησαν την ιθαγένεια. Τι σύμπτωση?? Μη ξεχνάμε ότι και στην Ελλάδα του ’50 και του ’60 το ίδιο έκαναν. Απλώς εδώ οι πρακτικές αυτές σταμάτησαν μετά την πτώση της δικτατορίας. Και η Τουρκία θυμήθηκε να δείξει μια «νότα» «δημοκρατικότητας» και «προόδου», τώρα που πλησιάζει ο χρόνος να κριθεί και πάλι η προσαρμογή της προς τις ευρωπαϊκές αξίες, προκειμένου να γίνει δεκτή από την Ε.Ε.

Το Ναζίμ Χικμέτ, το Θεσσαλονικιό (γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1902), τον γνώρισα (μέσα από το έργο του φυσικά) για πρώτη φορά στα φοιτητικά μου χρόνια, στα χρόνια της δικτατορίας. Αγαπημένοι μου στίχοι ήταν αυτοί που αναφέρω στην αρχή.

Αν δεν καώ εγώ,

αν δεν καείς εσύ,

αν δεν καούμε εμείς,

πώς θα γενούνε

τα σκοτάδια φως;

Πόσο ταίριαζαν με το αγωνιστικό κλίμα της εποχής! Και με την ορμή της νιότης μας που έχει ήδη ξεθυμάνει, δυστυχώς. Πού όρεξη σήμερα για θυσίες και καψίματα (και δεν εννοώ βέβαια με μολότωφ)!

Τελειώνω μ’ ένα άλλο αγαπημένο ποίημα του Χικμέτ


Η πιο όμορφη θάλασσα

Θα γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών

Είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα

είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει

Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα

Τις πιο όμορφες μέρες μας

δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω

το πιο όμορφο απ' όλα,

δε στο 'χω πει ακόμα.

Απολαύστε το ποίημα αυτό μελοποιημένο από το Θάνο Μικρούτσικο και τραγουδισμένο από τη Μαρία Δημητριάδη που έφυγε κι αυτή για το μεγάλο ταξίδι πρόσφατα



Τον πίνακα αυτό φιλοτέχνησε ο Ποιητής το 1946, απεικονίζει δε τον ίδιο στο κελί της φυλακής του

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Το παράπονο του βιβλίου


Απόψε έκανα μια βόλτα στα διάφορα ιστολόγια που συνηθίζω να επισκέπτομαι και πέρασα και από το ιστολόγιο της γλυκιάς μου @@φίλης Ιουστίνης που τυχαίνει να είναι και καταξιωμένη λογοτέχνης. Εκεί λοιπόν διάβασα ένα πολύ όμορφο, συγκινητικό κείμενο που και η ίδια, όπως αναφέρει, το αντέγραψε από το ιστολόγιο του απόδημου συγγραφέα Ντένη (Διονύση) Κονταρίνη που ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη. Το κείμενο αυτό είναι ένα παραπονιάρικο γράμμα ενός βιβλίου. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει, δεν αφορά κάποιο δικό του βιβλίο. Είναι το παράπονο όλων των βιβλίων που έχουν γράψει όλοι οι Απόδημοι και μάλιστα με βουρκωμένα μάτια. Τα βιβλία αυτά, ελλείψει ελληνικού βιβλιοπωλείου, φιλοξενούνται στα μπακάλικα της Νέας Υόρκης (και όχι μόνο), αφού οι ομογενειακοί φορείς ποτέ δεν καταδέχτηκαν να σκύψουν πάνω στο έργο των ομογενών συγγραφέων, ποτέ δεν θέλησαν να τους πλησιάσουν και να τους γνωρίσουν, ποτέ δεν θέλησαν να δουν ποιοι είναι και τι γράφουν. Όσο για την Ελληνική Πολιτεία, που ενώ τους ονομάζει αδέλφια της, δεν γύρισε ποτέ να τους κοιτάξει.

Ας αφήσω όμως το γράμμα του βιβλίου να μιλήσει μόνο του.


«Φίλοι μου γεια σας,

Είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενιτιάς. Ένα βιβλίο που έχει γράψει κάποιος δικός μας, Έλληνας μετανάστης. Απόδημος, όπως αρέσει να τους ονομάζουν. Κάποιοι λένε ότι είμαι ένα καλό βιβλίο αλλά δεν με αγοράζουν. Άλλοι λένε ότι δεν αξίζω τίποτα και ούτε αυτοί με αγοράζουν. Πάντως εγώ είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενιτιάς.

Έχω ένα όμορφο εξώφυλλο με μια έγχρωμη φωτογραφία από κάποιο τοπίο. Ο τίτλος του βιβλίου είναι γραμμένος με μεγάλα γράμματα. Στο οπισθόφυλλό μου είναι η βιογραφία αυτού του φουκαρά που με έγραψε. Εκεί, σ’ αυτό το οπισθόφυλλο, αναφέρει τις σπουδές του, τους τίτλους του, τους αγώνες του, τι έχει γράψει και τι άλλο θα γράψει - αν τα καταφέρει - και έχει και μια φωτογραφία του. Είναι συμπαθητικός παρ’ όλη την καράφλα του, την σκοροφαγωμένη γενειάδα του και την κάπως κακοφτιαγμένη μύτη του. Κατά τα άλλα είναι καλός. Πολύ καλός. Σαν άνθρωπος εννοώ. Σαν συγγραφέας, εγώ τι να πω; Αν κάποιος αποφασίσει να με διαβάσει ίσως να πει μια γνώμη.

Είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενιτιάς λοιπόν σαν όλα τα άλλα. Έχω κι εγώ τις σελίδες μου με τα νούμερά τους, έχω όμορφα γράμματα και μερικές φωτογραφίες. Κατοικώ σ’ ένα ελληνικό παντοπωλείο της Νέας Υόρκης. Δεν έχει σημασία αν είναι στην Αστόρια, στο Μπρούκλυν, στο Φλάσινγκ. Σημασία έχει ότι είναι ένα ελληνικό παντοπωλείο που με φιλοξενεί - καλοσύνη του - με την ελπίδα να με πουλήσει να πάρει κάποια δολάρια και να πάρει και άλλα λίγα αυτός ο φουκαράς που στραβώθηκε να με γράψει.

Βέβαια θα μπορούσα να κατοικώ στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου παρέα με άλλα βιβλία και όχι με τις εληές και τις σαρδέλες. Βλέπετε όμως κανείς δεν φρόντισε να υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο για μας. Για τα ελληνικά βιβλία της ξενιτιάς. Ποιος να φροντίσει;

Εδώ, στο παντοπωλείο που βρίσκομαι έχω τη τιμή να συγκατοικώ με τις εληές και τις σαρδέλες. Μη γελάτε!! Τι συντροφιά περιμένατε να έχω σε ένα παντοπωλείο; Και δεν είναι μόνο αυτές. Λίγο πιό πέρα διακρίνω κάτι τυριά, σε κάποια ράφια είναι τα όσπρια κι ακόμη υπάρχουν ταραμοσαλάτες, τυροκαφτερές, διάφορα τουρσιά, λακέρδες, χταποδάκι ξυδάτο φύλλο για μπακλαβά και κανταΐφι και πολλά άλλα. Όλοι μαζί πιστέψτε με είμαστε μια πάρα πολύ όμορφη παρέα. Η αλήθεια είναι πως σαν πρωτόρθα εδώ όλοι αυτοί με κοίταξαν με κάποια απορία. Ένα βιβλίο ανάμεσά μας, αναρωτήθηκαν. Τι ζητάει εδώ μέσα. Βέβαια εγώ δεν τους έδωσα σημασία. Προσπάθησα να κρατηθώ στο ύψος μου. Να κρατήσω τη θέση μου. Είμαι ένα βιβλίο, έλεγα στον εαυτό μου. Ένα ελληνικό βιβλίο της ξενιτιάς. Δεν θα γίνω το ίδιο με τις εληές και τις σαρδέλες!! Με τον καιρό όμως συνήθισα. Άρχισα να τους συμπαθώ όλους εκεί μέσα. Κι΄ ακόμη άρχισε να μην με ενοχλεί η μυρουδιά του μπακάλικου.

Παρακολουθώ τους πελάτες που έρχονται για να ψωνίσουν. Αγοράζουν από όλα τα είδη. Κανείς τους όμως δεν ρίχνει μια ματιά και σε μένα. Βλέπω τις εληές και τις σαρδέλες να φεύγουν, να έρχονται άλλες, να φεύγουν κι αυτές κι εγώ μένω εκεί. Κανείς δεν με κοιτάζει. Καμιά φορά κάποιος μου δίνει και μια σπρωξιά γιατί τον εμποδίζω να δει καλύτερα τις εληές και τις σαρδέλες. Ένας άλλος πάλι με πήρε και με πέταξε πάνω σ’ ένα τσουβάλι με φασόλια γίγαντες. Ένοιωσα άσχημα παρ’ όλη τη συμπάθεια που έχω για τα φασόλια γίγαντες.

Κάπου-κάπου περνάει αυτός ο ταλαίπωρος που με έγραψε, ο συγγραφέας που λένε, ρίχνει μια ματιά, βλέπει πως είμαι εκεί και φεύγει απελπισμένος. Τον λυπάμαι τον κακομοίρη. Αλλά τι να του κάνω κι εγώ. Ήρθε στην ξενιτιά για να προκόψει κι αντί να πάει να πουλάει εληές και σαρδέλες πήρε να γράφει βιβλία. Ποιός του φταίει;

Μια μέρα που μπήκε στο μπακάλικο το αφεντικό του έβαλε τις φωνές.

− Φίλε. Πάρε τη σαβούρα σου από δω να μου αδειάσεις το χώρο. Τον χρειάζομαι για να βάλω άλλα πράματα να βγάλω κάνα δολάριο.

− Εντάξει άνθρωπέ μου, του λέει ο δικός μου, ο συγγραφέας. Θάρθω αύριο να τα πάρω. Θα πάνε όλα για τη χωματερή.

Τώρα βέβαια εγώ δεν ξέρω τι είναι η χωματερή αλλά φαντάζομαι ότι θα είναι κάτι χειρότερο από το μπακάλικο γιατί τον είδα, τον δικό μου, σε μια στιγμή να δακρύζει. Έσκυψε, με πήρε στα χέρια του, με κοίταζε καλά-καλά και είδα το δάκρυ που κυλούσε από το μάτι του. Τον λυπήθηκα τον φουκαρά. Γι’ αυτό σας λέω φίλοι μου. Κάντε κάτι.

Προωθήστε αυτό το γράμμα μου όπου μπορείτε. Στείλτε το σε όλους όσους νομίζετε ότι μπορούν να με αγαπήσουν. Δείξτε το στους δικούς σας, στους συγγενείς σας, στους, φίλους σας. Μα πιο πολύ δείξτε το στα παιδιά σας. Μην αρχίσουν κι αυτά να γράφουν ελληνικά βιβλία της ξενιτιάς γιατί τα βλέπω να καταντάνε σαν τον δικό μου, τον συγγραφέα. Φίλοι μου. Βοηθείστε με. Δεν θέλω να πάω στη χωματερή. Στείλτε το γράμμα μου όπου μπορείτε. Προς Θεού όμως. Σας παρακαλώ μην ενοχλήστε την ελληνική Κυβέρνηση, το Υπουργείο Πολιτισμού, την Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού, το ΣΑΕ, την Αρχιεπισκοπή. Οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να ασχοληθούν με μένα. Έχουν άλλα σοβαρότερα να κάμουν. Αφήστε τους αυτούς. Μην τους δημιουργήσετε πρόβλημα. Αμφιβάλλω αν γνωρίζουν τι είναι το ελληνικό βιβλίο της ξενιτιάς.

Γεια σας φίλοι μου. Φεύγω για τη χωματερή».

----------------------------------------

Υ.Γ. (δικό μου) Εδώ κοντεύουν να στείλουν τους ανθρώπους στη χωματερή, τα βιβλία θα λυπηθούν???

Υ.Γ.2 Αλήθεια πώς σας φάνηκε ο πολυδιαφημισμένος ανασχηματισμός? Εγώ ενθουσιάστηκα να σας πω την αλήθεια. Με τόσους Σωτήρες στην Κυβέρνηση, δεν μπορεί παρά να σωθεί η Ελλάδα. Χα χα χα!!!!!!

Υ.Γ.3 Ξέρει κανείς τι εστί Νίκος Δένδιας (ο νέος Υπουργός Δικαιοσύνης)???? Τον ξέρει η μάνα του???

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Οι Σκαλαπούνταροι της Κύπρου!


Εδώ και τρεις μέρες βρίσκομαι στα πάτρια εδάφη, στην Κύπρο «την αέρινη τη μακαρία τη γη», όπως τη χαρακτήρισε κάποτε ο Ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Σε προηγούμενη ανάρτηση μου σας υποσχέθηκα να επανέλθω με τα κυπριακά έθιμα για τα Φώτα. Θέλετε, δεν θέλετε λοιπόν θα σας ζαλίσω και πάλι. Λοιπόν σαν σήμερα, παραμονή των Θεοφανίων, ο Ιερέας του χωριού γύριζε σ’ όλα τα σπίτια και ράντιζε με Αγίασμα (καλάντιζε) συνοδευόμενος από ένα παιδί που κρατούσε ένα κουβά με Αγίασμα. Οι κάτοικοι του χωριού έβαζαν διάφορα νομίσματα μέσα στον κουβά, σαν δώρο για τον παπά και το παιδί. Θυμάμαι τη μαμά μου και τη γιαγιά μου από μέρες να καθαρίζουν το σπίτι, για να το βρει ο Παπάς καθαρό τέτοια μέρα. Εμείς τον περιμέναμε φορώντας τα «καλά» μας. Η γιαγιά μου, όταν έφευγε ο παπάς, έτρεχε να κάνει μπάνιο. Βλέπετε, όλο το δωδεκαήμερο δεν έκανε μπάνιο, για να μην την πειράξουν λέει οι Καλικάντζαροι. Χα χα χα! Υποτίθεται ότι τα Καλικαντζαράκια έφευγαν με τον αγιασμό των υδάτων από τον παπά. Ξέχασα να σας πω ότι το προηγούμενο βράδυ οι νοικοκυρές έφτιαχναν ξεροτήγανα (δηλ. λουκουμάδες με μέλι). Άφηναν δε, μετά τη δύση του ήλιου, στη στέγη του σπιτιού λίγα από τα ξεροτήγανα και λίγα λουκάνικα. Προορίζονταν για τους Καλικάντζαρους, τους «Σκαλαπούνταρους», όπως τους λέμε στην Κύπρο, οι οποίοι την άλλη μέρα με τον αγιασμό των υδάτων, θα έφευγαν. Έλεγαν δε (οι νοικοκυρές) το εξής ποίημα: «τιτσί τιτσί λουκάνικο κομμάτι ξεροτίανον να φάσιν τζιαί να φύουσιν». Πίστευαν ότι οι «Σκαλαπούνταροι» ήταν ψυχές που δεν είχαν προλάβει να βαφτιστούν στου «Χριστού την Πίστη την Αγία» (αυτό νομίζω ότι ήταν ένα εφεύρημα των Χριστιανών επί Βυζαντίου, για να ωθούν τον κόσμο να βαφτίζεται νωρίς). Οι παλιοί σε περίπτωση κινδύνου για θάνατο νεογέννητου, έκαναν επείγουσα βάφτιση από οποιονδήποτε παρόντα, υψώνοντας το νεογέννητο στον αέρα κάνοντας ταυτόχρονα το σχήμα του Σταυρού. Απέτρεπαν έτσι, όπως νόμιζαν, τη μετατροπή της ψυχής του σε Καλικάντζαρο.
Την ημέρα των Φώτων οι νοικοκυρές παίρνανε στην εκκλησία καλάθια με προϊόντα που παρήγαγαν, για να ευλογηθούν με την βάπτιση. Στο χωριό μου, τον Καραβά, είχαμε παραγωγή από λεμόνια κυρίως, γι’ αυτό παίρναμε στην εκκλησία καλάθια με λεμόνια. Αμέσως μετά την εκκλησία, εμείς τα παιδιά επισκεπτόμασταν τους διάφορους συγγενείς για να εισπράξουμε την «πουλουστρίνα» μας. «Πουλουστρίνα» είναι χρηματικό δώρο που συνήθιζαν να δίνουν στα παιδιά που τους επσκέπτονταν την ημέρα εκείνη. Μπαίνοντας στο σπίτι υποτίθεται ότι λέγαμε «Καλημέρα τζιαι τα Φώτα τζιαι την πουλουστρίνα πρώτα», εγώ όμως, να πω την αλήθεια, ήμουν ντροπαλή και έμενα μόνο στο καλημέρα, δεν προχωρούσα πιο κάτω. Χα χα χα!.
Αναρωτήθηκα πολλές φορές από πού προέρχονται αυτές οι παραδόσεις και οι δεισιδαιμονίες με τους Καλικάντζαρους. Και να τι βρήκα: Οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο των εορτών με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος ή μάλλον θράσος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν ή ό,τι δεν τολμούσαν να κάνουν τον υπόλοιπο χρόνο. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες, ζητώντας λουκάνικα και γλυκά. Οι νοικοκυραίοι, για να γλιτώσουν απ' αυτούς, έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν. Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά σιγά τα μικρά, αλαφροίσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους ή παγανά ή καλιοντζήδες ή τσιλικρωτά ή (στην Κύπρο) σκαλαπούνταρους. Πίστευαν ότι τα πλάσματα αυτά σαν ξεπροβάλουν ένα ένα απ’ τις τρύπες τους πάνω στη γη, αρχίζουν να τριγυρίζουν στην εξοχή, κατεβαίνουν στο χωριό και προσπαθούν να μπουν στα σπίτια. Αλίμονο σ’ όποιον συναντήσουν νυχτιάτικα! Δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί, που λέμε. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, καβαλικεύουν στους ώμους του, χορεύουν ολόγυρά του κι άλλα πολλά.
-------------------
Υ.Γ. Την ημέρα που θα έφευγα από την Αθήνα, ένας μικρός «Σκαλαπούνταρος», απ' αυτούς που τριγυρνούν και πειράζουν τους ανθρώπους, μου έκανε τη ζαβολιά του. Το αεροπλάνο μου έφευγε στη 1 η ώρα το μεσημέρι. Έπρεπε να ήμουν στο αεροδρόμιο γύρω στις 11.30 π.μ. Σηκώθηκα λοιπόν πρωί πρωί, ετοίμασα τη βαλίτσα μου και πήγα στο κομμωτήριο να φτιάξω τα μαλλιά μου. Τρομάρα μου, ήθελα να πάω καλοχτενισμένη στη μαμά μου!!! Έκανα και κάτι ψώνια της τελευταίας στιγμής και στις 10.20΄ γύρισα σπίτι, να πάρω τη βαλίτσα και να φύγω. Υποτίθεται ότι ο άντρας μου θα ήταν εκεί να με περιμένει να με πάει στο αεροδρόμιο (το είχαμε κανονίσει). Πρώτη άσχημη έκπληξη, το αυτοκίνητο του άντρα μου έλειπε από το γκαράζ. Ε, λέω, όπου να ναι θα γυρίσει, δεν μπορεί. Ανεβαίνω πάνω, βάζω το κλειδί στην πόρτα, προσπαθώ να ανοίξω, τίποτε…. Δεν άνοιγε. Κατάλαβα ότι κάποιος είχε αφήσει το κλειδί από μέσα. Νέο σοκ. Λέω είναι ο γιος μου μέσα, κοιμάται, θα του κτυπήσω θα ανοίξει, τι θα κάνει? Αμ δε, είχε βάλει ωτοασπίδες και δεν άκουγε με τίποτε. Είχε περάσει σχεδόν μία ώρα. Εν τω μεταξύ κτυπούσα συνέχεια το κουδούνι και έπαιρνα τηλέφωνο και τον άντρα μου που είχε πάει, λέει, να φτιάξει τα γιαλιά του, έχοντας ξεχάσει τα κλειδιά από μέσα. Πήγε 11.20΄, τα νεύρα μου είχαν γίνει τσαντάλια και ακόμα εγώ ήμουν έξω, ο άντρας μου δεν είχε γυρίσει ακόμα και ο γιόκας μου κοιμόταν μέσα του καλού καιρού!!! Πώς γλύτωσα το εγκεφαλικό ένας Θεός ξέρει!! Τελικά, αφού είδα και απόειδα τηλεφώνησα σε κλειδαρά και έκανα μια τελευταία προσπάθεια με το κουδούνι, πριν φτάσει ο κλειδαράς. Με μεγάλη ανακούφιση, άκουσα μια μαχμουρλίδικη φωνή από μέσα να ρωτάει «Ποιος είναι???». Ήταν ο γιόκας μου που επιτέλους είχε ξυπνήσει. Μόλις μπήκα μέσα άκουσε τα εξ αμάξης!!! Σε λίγα λεπτά κατέφθασε καμαρωτός και ο αντρούλης μου, ο οποίος ήταν και ο κύριος φταίχτης. Είχα ξεθυμάνει όμως και αυτός δεν άκουσε πολλά. Έφτασα στο αεροδρόμιο, λίγο πριν κλείσει o έλεγχος αποσκευών (check in). Ευτυχώς είχα μια ωραία πτήση προς την Κύπρο. Τέλος καλό, όλα καλά. Χα χα χα!!!

Τελειώνω με μια ευχή: Όλο και λιγότεροι Σκαλαπούνταροι να ορίζουν τη ζωή μας!

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Ποδαρικό με ευχές και γέλιο! (ανανεωμένο)




Καλημέρα. Εύχομαι σε όλους μια ΚΑΛΗ και ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ.

Επειδή βαριέμαι να γράψω ποστ Πρωτοχρονιάτικα, αντιγράφω ένα απόσπασμα από ποστ του ANTI WEBLOG.

"Μας γκαντέμιασε πάλι ο Μητσοτάκης. Δεν πρόλαβε να μπει ο καινούργιος χρόνος και μας ευχήθηκε να μπούμε υπό τον έλεγχο του ΔΝΤ.
Αυτός βέβαια τι ανάγκη έχει; Νάναι καλά τα κορόιδα.

Μας είπε επίσης ότι «είναι απαράδεκτο μικρές μειοψηφίες να παραβιάζουν αδίστακτα και προκλητικά τη νομιμότητα και να ζημιώνουν τη νομοταγή πλειοψηφία που μένει ανυπεράσπιστη».
Συμφωνώ απολύτως μαζί του. Έξω οι μικρές μειοψηφίες.

Ας αρχίσουμε από τις Άγιες Οικογένειες, μέρες που είναι.
Με ακούνε στο Μαξίμου;

Θυμάστε το ανέκδοτο με τον Μπόμπο και τον ταύρο που επιφύλαξε μια μεγάλη έκπληξη στην άσπρη αγελάδα;
Μπορεί λοιπόν και ο Καραμανλής να κάνει τώρα μια πολύ μεγάλη έκπληξη στην Αγία Οικογένεια με τον ανασχηματισμό.

Να δώσει στη Ντόρα και το κόμμα και το δακτυλίδι
Σε τρεις μήνες θα τον παρακαλάνε όλοι οι γαλάζιοι γονατιστοί να γυρίσει.

Η Δημοκρατία είναι σαν το σεξ. Ένας είναι μοναρχία, δύο είναι στείρος δικομματισμός. Από τρεις και πάνω δικαιώνεται ο λαός.
Ο Ρουσόπουλος που είναι βρε παιδιά; Οεοεεεεεε"


--------------------------------------------------
Επειδή δεν ήξερα το ανέκδοτο με τον Μπόμπο, τον Ταύρο και την αγελάδα, είχα παρακαλέσει όποιος φίλος το ήξερε να μου το γράψει στο σχόλιο του. Ήδη το έγραψε ο @Αθεόφοβος και το παραθέτω αυτούσιο εδώ. Εγώ γέλασα πολύ, δεν ξέρω εσείς.

"Μια μέρα η δασκάλα έβαλε στα παιδάκια έκθεση με θέμα "το βουνό". Ο Μπόμπος έγραψε: "ο παππούς μου έχει στο βουνό ένα κτήμα. έχει ένα ταύρο, μια άσπρη και μια μαύρη αγελάδα..Ο ταύρος πήδηξε την άσπρη αγελάδα". Τρελάθηκε η δασκάλα, αλλά δεν είπε τίποτα.

Η επόμενη έκθεση είχε θέμα "η λίμνη". Ο Μπόμπος έγραψε: "ο παππούς μου στο κτήμα του στο βουνό έχει μια λίμνη με πάπιες. έχει και ένα ταύρο, μια άσπρη και μια μαύρη αγελάδα.. Ο ταύρος πήδηξε την άσπρη αγελάδα". Πάλι δε μίλησε η δασκάλα.

Στην επόμενη έκθεση με θέμα "το ποτάμι", γράφει ο Μπόμπος: "το ποτάμι πηγάζει από το βουνό. Ο παππούς μου έχει ένα κτήμα στο βουνό. Έχει ένα ταύρο, μια άσπρη αγελάδα και μια μαύρη. Ο ταύρος πήδηξε την άσπρη αγελάδα". Δεν άντεξε η δασκάλα και του λέει: Μπομπο δε φτάνει που είσαι εκτός θέματος, χρησιμοποιείς και εκφράσεις κακές. Γράψε ωραίες λέξεις, όπως π.χ. ο ταύρος έκανε έκπληξη στην αγελάδα.

Η επόμενη έκθεση είχε θέμα "η θάλασσα" κι ο Μπόμπος έγραψε: "στη θάλασσα χύνεται το ποτάμι που πηγάζει από το βουνό. Στο βουνό έχει ο παππούς μου ένα κτήμα. Έχει ένα ταύρο, μια άσπρη και μια μαύρη αγελάδα. Ο ταύρος έκανε έκπληξη στην άσπρη αγελάδα. Πήδηξε τη μαύρη".