Βρίσκομαι στην Κύπρο. Για ένα ταξίδι αστραπή τριών ημερών. Κάθε φορά που έρχομαι στους γονείς μου και μάλιστα μόνη μου, όπως τώρα, νιώθω να μικραίνω. Ξεχνώ ότι είμαι μια μεσήλικη γυναίκα (ωχ τέτοια είμαι!) και νιώθω ότι γυρνάω εκεί, κάπου στην εφηβεία, άντε στα πρώτα νεανικά μου χρόνια. Ο πατερούλης μου ο γλυκός, αν και, όπως έγραψα σε παλαιότερη ανάρτηση μου, πάσχει εδώ και μερικά χρόνια από αλτσχάιμερ, εντούτοις με γνώρισε. Το πρόσωπο του φωτίστηκε. Και με ρώτησε αν τέλειωσα τις σπουδές μου! Η μαμά μου, τα έχει όλα έτοιμα για μένα. Κι εκεί που όλα στο σπίτι (στην Αθήνα εννοώ) περνούν από το χέρι μου, εδώ αφήνομαι στις μητρικές περιποιήσεις, αλλά και παρατηρήσεις! Π.χ. «Αυτό που φοράς δεν σου πάει, βάλε το άλλο, είσαι πιο ευπαρουσίαστη μ’ εκείνο» ή «πάρε τηλέφωνο τη θεία τάδε, θα μάθει ότι είσαι εδώ και θα παρεξηγηθεί που δεν της τηλεφώνησες». Αγαπημένη μου μαμούδα! Νομίζεις ακόμα ότι είμαι η μικρή σου Μερόπη που χρειάζεται φροντίδα αλλά και …καθοδήγηση!
Ξέρετε ποιο τραγούδι μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που έρχομαι στην Κύπρο, στο σπίτι των γονιών μου? Όχι όχι το «μαμά γερνάω». Ένα της Αρλέτας που οι στίχοι του πάνε κάπως έτσι:
"Πάω πίσω λοιπόν στη μαμά μου,
στην κάμαρα μου την παιδική,
μήπως βρω το χρυσό πρίγκηπα μου,
που τον ψάχνω για μια ζωή..."
Απολαύστετο
Ακούστε κι ένα άλλο τραγούδι της Αρλέτας που μου αρέσει πολύ.
Στις 16 Νοεμβρίου 2007 άρχισα το blogging!!! Πέρασαν κιόλας δύο χρόνια. Απ’ αυτό το ιστολόγιο πέρασαν πολλοί @@επισκέπτες. Άλλοι ήταν απλώς περαστικοί. Ήλθαν, είδαν και απήλθαν. Άλλοι όμως παρέμειναν συχνοί επισκέπτες. Είναι, είστε οι @@φίλοι μου. Σας ευχαριστώ που μου κρατάτε συντροφιά. Τους περισσότερους από σας (τη συντριπτική πλειοψηφία θα έλεγα) δεν σας συνάντησα ποτέ. Μετά από δύο χρόνια όμως, νιώθω ότι σας ξέρω, ότι μοιραζόμαστε πολλά πράγματα. Και κυρίως μοιραζόμαστε την αγωνία μας για τη βελτίωση αυτής της ρημάδας της ελληνικής πραγματικότητας και καθημερινότητας. Θυμάμαι ότι πέρσι η @φίλη μου η Jaman Fou μου είχε επισημάνει ότι η 16η Νοεμβρίου έχει καθιερωθεί παγκοσμίως ως η ημέρα της Ανεκτικότητας. Και πράγματι έτσι είναι. Την καθιέρωσε ο ΟΗΕ το έτος 1995. Νομίζω δε @@φίλοι μου ότι το κοινό σημείο που μας ενώνει και γίναμε φίλοι, επικοινωνούμε και αλληλοδιαβαζόμαστε είναι αυτό ακριβώς. Η ανεκτικότητα. Ανεκτικότητα απέναντι στη διαφορετική γνώμη, ανεκτικότητα στο ξένο, στο διαφορετικό.
@@Φίλοι μου, σας ευχαριστώ που με ανέχεστε και με διαβάζετε ακόμα.
-------------------------
Δεν μπορούσα να μην πω τίποτε για την επέτειο του Πολυτεχνείου, εγώ ένα παιδί του Πολυτεχνείου. Όχι δεν θα επαναλάβω τα ίδια τα περσινά και τα προπέρσινα (αυτά μπορείτε να τα βρείτε εδώ). Φέτος θα πω τι με ενοχλεί πιο πολύ από τον εορτασμό του Πολυτεχνείου. Λοιπόν με ενοχλούν πιο πολύ 3 πράγματα: 1) Η προσπάθεια της εκμετάλλευσης της επετείου από κόμματα και παρατάξεις. Η πορεία με κομματικά λάβαρα (κόκκινα, πράσινα, γαλάζια) δεν μου αρέσει (για να το πω ευγενικά). Το Πολυτεχνείο είναι η γιορτή της Δημοκρατίας, όχι των κομμάτων, ούτε των παρατάξεων. Τότε, το 1973, τρέξαμε οι περισσότεροι φοιτητές στο Πολυτεχνείο, ειδοποιημένοι από στόμα σε στόμα, χωρίς κομματικές ταμπέλες και χωρίς να ξέρουμε καν τις πολιτικές πεποιθήσεις ο ένας του άλλου, για να βροντοφωνάξουμε κυρίως "ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ" και "ΨΩΜΙ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ". 2) Με ενοχλεί το γεγονός ότι τη σημαία του Πολυτεχνείου την κρατά στα γραφεία της μια παράταξη, λες και είναι περιουσιακό της στοιχείο. Την κρατά η ΠΑΣΠ, η σπουδάζουσα νεολαία του ΠΑΣΟΚ, η οποία αρνείται να την παραδώσει στο Πολυτεχνείο ή έστω στη Βουλή. 3) Με ενοχλεί επίσης η πορεία προς την Αμερικάνικη Πρεσβεία. Εδώ ίσως πολλοί από σας να διαφωνούν, αλλά έχω συνηθίσει να λέω τα πράγματα με το όνομα τους, χωρίς να φοβάμαι ότι θα χαρακτηριστώ αντιδραστική (που δεν είμαι). Όχι ότι οι Αμερικάνοι δεν είχαν το μερίδιο ευθύνης τους στην επικράτηση της δικτατορίας, αλλά αυτή η πορεία προς την Πρεσβεία τους εδώ και 36 χρόνια, πλην του ότι γίνεται η κύρια αιτία δημιουργίας επεισοδίων και βανδαλισμών από τους αυτοαποκαλούμενους "αντιεξουσιαστές" (τρομάρα τους), μου θυμίζει κάθε χρόνο και μια κακή ελληνική συνήθεια. Να ρίχνουμε όλα τα δεινά που μας βρίσκουν στους ξένους και κατά προτίμηση στους Αμερικάνους (ενίοτε και στους Εβραίους). Να αποποιούμαστε ως λαός τις ευθύνες μας. Η δικτατορία στην Ελλάδα το 1967 θεωρώ ότι επικράτησε σχετικά εύκολα. Η λαϊκή αντίδραση ήταν μικρή, μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας. Το συντριπτικό τμήμα του ελληνικού λαού σιώπησε, κρύφτηκε στο καβούκι του. Περίμενε δε μια φούχτα φοιτητών να ξεσηκωθούν και να τους βγάλουν όλους ασπροπρόσωπους. Δεν μας φταίνε λοιπόν οι Αμερικάνοι, αν ανεχτήκαμε τους Δικτάτορες. Φταίμε και εμείς. Και η πορεία αυτή προς την Αμερικάνικη Πρεσβεία κάθε χρόνο, μου θυμίζει την έλλειψη αυτοκριτικής μας.
Ναι, ναι, καλά το καταλάβατε. Η Μερόπη πήγε θέατρο. Στο «Κλουβί με τις Τρελλές». Μαζί με την κόρη της. Θέλετε να μάθετε πώς πέρασε με λίγα λόγια? Λοιπόν πέρασε απλώς μια ωραία βραδιά, ανέμελη, χωρίς πολλές πολλές αξιώσεις κουλτούρας. Ας αρχίσω τώρα να μιλώ στο α΄ ενικό πρόσωπο. Πήγα λοιπόν στο κινηματοθέατρο (τώρα πια σκέτο θέατρο) «Παλλάς», ένα χώρο που μου ξυπνά ωραίες παλιές αναμνήσεις. Εκεί έβλεπα πολλές ταινίες στα φοιτητικά μου χρόνια (τη δεκαετία του 70). Ανακαινίστηκε και παραδόθηκε στο κοινό το Νοέμβριο του 2006 (περισσότερα για την ιστορία του βλέπε εδώ). Είναι ένας χώρος όμορφος αισθητικά, με αναπαυτικά καθίσματα. Το τονίζω αυτό γιατί, δυστυχώς, δεν είναι αυτονόητη προϋπόθεση για τα θέατρα. Πριν μερικά χρόνια παρακολούθησα θεατρική παράσταση σε τόσο άβολα καθίσματα που, αν και η παράσταση ήταν καλή, τη θυμάμαι με δυσάρεστα αισθήματα. Το «Κλουβί με τις Τρελλές» στηρίζεται στο θεατρικό έργο του Jean Poiret και διαπραγματεύεται την ιστορία ενός ομοφυλόφιλου ζευγαριού που ζει μαζί 20 περίπου χρόνια, μεγαλώνοντας μάλιστα το γιο που απέκτησε ο ένας από αυτούς, από μια περιστασιακή ετεροφυλόφιλη σχέση. Περιγράφει με γλαφυρότητα την αντίδραση τους, όταν ο «γιος τους» τους ανακοίνωσε ότι επειδή παντρεύεται και θα έλθουν τα συντηρητικά πεθερικά του να τους γνωρίσουν, θέλει να υποκριθούν ότι είναι άλλα πρόσωπα από αυτά που πράγματι είναι. Το έργο αυτό γράφτηκε σε μια εποχή που η σεξουαλική απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων βρισκόταν στα πρώτα της βήματα. Όχι ότι σήμερα έχει ολοκληρωθεί, αλλά τουλάχιστον έχει προχωρήσει μερικά βήματα παραπάνω. Περιέχει λοιπόν όλα τα γνωστά κλισέ (φτερά, κουνήματα, τραβεστί με ψηλοτάκουνα κλπ), καθόσον μάλιστα βοηθείται και από το σενάριο που θέλει το ομοφυλόφιλο ζεύγος να διατηρεί ένα καμπαρέ (το «Κλουβί με τις Τρελλές»). Στο καμπαρέ αυτό το θέαμα στηρίζεται κυρίως στους τραβεστί. Και βασίλισσα του show των τραβεστί η «μαμά» του μέλλοντος γαμπρού, την οποία υποδύεται ο Σταμάτης Φασουλής. «Μπαμπάς» ο Γιάννης Μπέζος. Αν πω ότι δεν μου άρεσε η παράσταση, θα πω ψέματα. Γέλασα και πέρασα ευχάριστα. Τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο. Αν μάλιστα η τιμή του εισιτηρίου ήταν λιγότερο τσουχτερή (45€ το κάθε εισιτήριο μας στοίχισε), θα έλεγα ότι άξιζε τα λεφτά της. Τα 45€ όμως, μάλλον ήταν υπερβολική τιμή για το θέαμα που είδα. Το ωραίο είναι ότι η κυρία που καθόταν ακριβώς δίπλα στην κόρη μου είχε πληρώσει 50€ και το φυσούσε και δεν κρύωνε. Υπήρχαν και αρκετοί που πλήρωσαν από 60-80€ (ανάλογα με τη θέση). Οι θέσεις των 30€ είχαν εξαντληθεί από καιρό, ενώ αυτές των 20€ ήταν πολύ πίσω. Σήμερα που έφερα πάλι στο μυαλό μου την παράσταση, ξέρετε τι σκεφτόμουνα? Ότι αν όχι όλοι, οι περισσότεροι θεατές γελούσαμε και αντιδρούσαμε θετικά στα καμώματα της ομοφυλόφιλης «Ζαζάς» (Στ. Φασουλής), στις μεταμφιέσεις, στα κουνήματα και στα ξεσπάσματα της, ακόμα και στα αγκαλιάσματα του ομοφυλόφιλου ζευγαριού. Και τούτο γιατί επρόκειτο για κωμωδία. Πόσοι όμως από μας είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε θετικά ένα θεατρικό έργο, που παρουσιάζει ένα καθημερινό ομοφυλόφιλο ζευγάρι, σοβαρό, χωρίς φτερά, υστερίες και κουνήματα που παράγουν εύκολο γέλιο? Σίγουρα όχι πολλοί. Μη ξεχνάμε το σάλο που ξεσήκωσε το ομοφυλόφιλο φιλί σε σκηνή της Όπερας «Ρούσαλκα» που ανέβασε πριν μερικούς μήνες η Λυρική Σκηνή. Κάναμε μερικά βήματα από το τέλος της δεκαετίας του 70 στην αποδοχή των ομοφυλόφιλων ζευγαριών, αλλά έχουμε ακόμα και αρκετά άλλα να κάνουμε.
Έβλεπα τις ειδήσεις των 8 μ.μ. χθες το βράδυ στην τηλεόραση και με χαρά (μπορώ να πω) διέκρινα ανάμεσα στους «εορτάζοντες» την επέτειο της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου και τον Κύπριο Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια. Όχι ότι μ' αρέσουν ιδιαίτερα οι "λαμπρές γιορτές" και οι φανφάρες, αλλά θέλω να πω ένα εύγε από μένα στον Κύπριο Πρόεδρο που μπόρεσε να ξεπεράσει τις κομμουνιστικές του καταβολές και να «δει» στην πτώση του Τείχους, που χώριζε ένα λαό στα δύο, ένα γεγονός άξιο να γιορταστεί.
Η χαρά μου δεν διήρκεσε πολύ. Στις ειδήσεις των 9 μ.μ. από τη ΝΕΤ είδα την Αλέκα Παπαρήγα. Το ότι θα υπερασπιζόταν το Τείχος να πω την αλήθεια το ψιλοπερίμενα. Εδώ υπερασπίζεται με περισσή θέρμη τον Στάλιν, θα της ξέφευγε το Τείχος? Αυτό όμως που δεν περίμενα ήταν η δικαιολογία που έδωσε για την ανέγερση του Τείχους. Μιλώντας λοιπόν από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου πήγε, λέει, να τιμήσει τους 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 (πράγματι τιμή και δόξα στους εκτελεσθέντες, αλλά γιατί το «γιόρτασε» χθες δεν μπόρεσα να καταλάβω!) είπε, μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το τείχος το επέβαλε ο ιμπεριαλισμός να υψωθεί και έγινε ακριβώς παραμονές, όταν τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα απειλούσαν να εισβάλουν στο Βερολίνο, ιδιαίτερα βεβαίως στο ανατολικό Βερολίνο, στο έδαφος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Και ρωτάμε: Δεν είχε δικαίωμα ένας λαός, μια εξουσία εργατική ή η οποιαδήποτε κυβέρνηση να σεβαστεί τα σύνορά της και να υψώσει το τείχος μέσα στο έδαφός της; Σκεφθείτε αν μέσα στην Αθήνα είχαμε τρεις – τέσσερις δήμους που ανήκαν σε έναν στρατό Κατοχής, θα ήταν ελεύθερα, μπες βγες; Γιατί η Δυτική Γερμανία στην ουσία λειτουργούσε με το ΝΑΤΟ, με τους Αμερικανούς σαν στρατός Κατοχής. Απ’ τη μία μεριά ευθύνεται για τη διαίρεση της Γερμανίας και από την άλλη ήθελε τη βίαιη προσάρτησή της».
Έλα βρε Αλέκα μου καλή, κι εγώ που νόμιζα ότι το τείχος κτίστηκε από την Κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας, το έτος 1961, για να ανακόψει το κύμα φυγής των πολιτών της προς το δυτικό τομέα του Βερολίνου, έκανα λάθος? Έτσι φαίνεται. Αλλά και πάλι σκέφτομαι. Και πώς το Τείχος θα εμπόδιζε ένα σύγχρονο στρατό, όπως είναι ο αμερικανικός, να εισβάλει στην Ανατολική Γερμανία, αν το ήθελε? Με τόξα, δόρατα και πολιορκητικές μηχανές γινόταν ο πόλεμος το 1961 και δεν το πήρα είδηση? Το άλλο πάλι πώς δικαιολογείται? Αφού το Τείχος προστάτευε τους Ανατολικογερμανούς «εργάτες» από το «στρατό κατοχής», πώς εξηγείς τη φρενήρη χαρά τους όταν άνοιξε αυτό και τη μανία με την οποία το γκρέμιζαν?
Αχ βρε συντρόφισσα Αλέκα κάτι τέτοια λες και με κάνεις και λυπάμαι. Λυπάμαι γιατί αλλιώς τον φαντάζομαι και τον ονειρεύτηκα εγώ το Σοσιαλισμό. Ανθρώπινο, χωρίς καταναγκασμούς και φυσικά χωρίς Τείχη που δήθεν «προστατεύουν» τους πολίτες από φανταστικούς εχθρούς. Με τις εμμονές, τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις, κάνατε τους ανθρώπους εκεί, πίσω από τα Τείχη που υψώσατε, να μυθοποιήσουν και να λατρέψουν, συχνά άκριτα, το δυτικό (καταναλωτικό) τρόπο ζωής.
Το κινητό μου, που το έχω χρόνια, είναι ένα απλό ΝΟΚΙΑ, με τις βασικές μόνο λειτουργίες. Μ’ αυτό μπορώ να τηλεφωνώ, να στέλλω κανένα μήνυμα, να βλέπω την ώρα και να το χρησιμοποιώ για ξυπνητήρι (τις περισσότερες βέβαια φορές ξυπνάω μόνη μου). Άντε να το βάζω να μου κάνει και καμιά υπενθύμιση. Πολλές οι έννοιες, πολλές οι υποχρεώσεις, είναι και η ηλικία βλέπεις και καμιά φορά ξεχνώ μερικά πράγματα. Ε, λοιπόν μου τα υπενθυμίζει το τηλεφωνάκι μου. Αυτά τα ολίγα. Ούτε ραδιόφωνο έχει, ούτε φωτογραφική μηχανή, ούτε μουσική, ούτε… δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο κάνουν σήμερα τα μοντέρνα κινητά. Στο κάτω κάτω όταν βγαίνω έξω από το σπίτι, για να πάω στη δουλειά ή βόλτα, δεν χρειάζεται να κουβαλάω κάθε φορά φωτογραφική μηχανή (όχι και τόσο καλής ποιότητας μάλιστα), να ακούω ραδιόφωνο και μουσική (τέτοια άλλωστε ακούω στο αυτοκίνητο) ή να μπαίνω στο ίντερνετ από το δρόμο (δεν είμαι δα και τόσο εθισμένη). Να μπορώ να κάνω ή να δεχτώ ένα τηλεφωνηματάκι θέλω και αυτό όταν χρειάζεται.
Τις προάλλες είχαμε βγει βόλτα με το σύζυγο. Είχα ξεχάσει το κινητό μου στο σπίτι. Κι έπρεπε να κάνω ένα τηλέφωνο. Πήρα λοιπόν το κινητό του συζύγου και προσπάθησα να τηλεφωνήσω. Ξέρετε είναι ένα απ’ αυτά τα μοντέρνα, με τα οποία μπορείς τάχα να κάνεις κάμποσες δουλειές. Εκτός από το να τηλεφωνείς και να στέλνεις μηνύματα, μπορείς να φωτογραφίζεις, να ακούς ραδιόφωνο, μουσική, να μπαίνεις στο ίντερνετ και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Εγώ όμως δεν μπόρεσα να κάνω ούτε τη βασική δουλειά. Δηλαδή να τηλεφωνήσω. Ήταν τόσο περίπλοκο, είχε τόσα πολλά κουμπιά (όχι ακριβώς κουμπιά, με την αφή τα ακουμπούσες), που άλλο πάταγα και άλλο μου βγαινε. Καθώς το περιεργαζόμουνα, κτύπησε. Δεν θα το πιστέψετε. Δεν κατόρθωσα να βρω το κουμπί να ακούσω το τηλεφώνημα. Ναι, ναι είχα τη συναίνεση του συζύγου να το ακούσω. Αλλά δεν μπόρεσα. Μέχρι να βρω τι θα κάνω, είχε σταματήσει. Και η κλήση έμεινε αναπάντητη. Κι εγώ έμεινα να αναρωτιέμαι αν τελικά είμαι ανίκανη να ακολουθήσω την τεχνολογία ή απλώς η τεχνολογία, συχνά, μας δημιουργεί περίπλοκες πλαστές ανάγκες….
Σήμερα όμως διάβασα στον τύπο κάτι που μου ανέβασε την αυτοπεποίθηση και με έκανε να βεβαιωθώ ότι το δεύτερο συμβαίνει. Τι διάβασα? Την εξής είδηση:
Ο 80χρονος σήμερα Μάρτιν Κούπερ, ο πρώην αρχιμηχανικός της Motorola, ο οποίος ήταν επικεφαλής της ομάδας που ανέπτυξε το πρώτο κινητό τηλέφωνο στον κόσμο, θεωρεί ότι οι σημερινές συσκευές έχουν πάρει λάθος δρόμο, καθώς γίνονται όλο και πιο πολύπλοκες και κάνουν ταυτόχρονα όλο και περισσότερα πράγματα, από το να τραβάνε φωτογραφίες μέχρι να παίζουν μουσική και να λειτουργούν ως GPS. Προτείνει λοιπόν οι συσκευές να ξαναγίνουν απλές. Κάθε συσκευή να εστιάζει σε ένα μόνο πράγμα. Όχι σε χίλια. Έτσι μόνο θα βελτιωθεί η ζωή μας.
Αχ ανακουφίστηκα τώρα!!! Δεν είμαι και τόσο ανίκανη τελικά. Το είπε και ο Μάρτιν Κούπερ. Κάθε συσκευή να εξυπηρετεί και μια ανάγκη, πραγματική. Και όχι χίλιες, από τις οποίες οι 999, άντε οι 998, είναι περιττές. Και να μας μπερδεύει με τα χίλια δυο κουμπιά, που ούτε ένα τηλεφώνημα του συζύγου να μην μπορούμε να ακούσουμε!!
Ο Μάρτιν Κούπερ, ο εφευρέτης του κινητού τηλεφώνου μ' ένα από τα πρώτα τηλέφωνα. Εντάξει, δεν είπαμε να επανέλθουμε και σ' αυτό τον όγκο!