Η Μερόπη αστειεύεται

Η Μερόπη αστειεύεται
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

Αφιέρωμα στον αγαπημένο μου πατέρα, που το Αλτσχάιμερ ακόμα δεν του πήρε το πνεύμα!


Όπως έγραψα και στην προηγούμενη ανάρτηση μου, πριν μια εβδομάδα πήγα στην Κύπρο για 3-4 μέρες να επισκεφθώ τους γονείς μου. Ο κυριότερος λόγος που πήγα ήταν ο πατέρας μου. Ένας γλυκύτατος άνθρωπος, συνταξιούχος δάσκαλος, με πολλά πνευματικά ενδιαφέροντα. Σ’ αυτόν οφείλω την αγάπη μου στο βιβλίο (γενικά στο διάβασμα) και στη μουσική. Στα παιδικά μας χρόνια είχε οργανώσει την οικογενειακή χορωδία που αποτελείτο από εκείνο, τη μητέρα μου και εμάς τις τρεις αδελφές. Η χορωδία μας, με πλούσιο ρεπερτόριο, σε κάθε οικογενειακή γιορτή είχε την τιμητική της. Διέθετε και μουσικά όργανα. Ο πατέρας μου έπαιζε μαντολίνο και η αδελφή μου η μικρή πιάνο.

Δυστυχώς, τα τελευταία 3-4 χρόνια διαγνώστηκε ότι ο πατέρας μου πάσχει από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Είχε αρχίσει σιγά σιγά να ξεχνά ονόματα και πρόσωπα, διάφορες δουλειές που είχε να κάνει (πληρωμή λογαριασμών κλπ), να παραπονιέται στη μητέρα μου ότι δεν τον ενημερώνει πού πάει (ενώ τον ενημέρωνε, αλλά αυτός το ξεχνούσε) κλπ. Το κυριότερο και πιο επικίνδυνο σύμπτωμα του ήταν ότι άρχισε να χάνει τον προσανατολισμό του στην οδήγηση. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τη μητέρα μου να του απαγορεύσει να οδηγεί αυτοκίνητο. Λόγω του μορφωτικού του επιπέδου έχει, προς το παρόν τουλάχιστον, επίγνωση της κατάστασης του και προσπαθεί να αντισταθεί, όπως μπορεί, στην ασθένεια αυτή. Διάβασε κάπου (βλ. και εδώ) ότι η πνευματική άσκηση βοηθά στην επιβράδυνση της νόσου. Έτσι διαβάζει, τραγουδά (έχει πολύ ωραία φωνή τενόρου), απαγγέλλει ποιήματα σε μια προσπάθεια να ασκεί τη μνήμη του και να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου. Η εμμονή του στο τραγούδι και στην απαγγελία, καμιά φορά εκνευρίζει τη μητέρα μου. Είναι όμως αλήθεια ότι πράγματι η ασθένεια του εξελίσσεται αργά. Θυμάμαι ότι η πεθερά μου που έπασχε κι αυτή από Αλτσχάιμερ, κατέρρευσε μέσα σε 3-4 χρόνια.

Ευτυχώς ακόμα με θυμάται. Μου εκφράζει την αγάπη του και τη χαρά του όταν με βλέπει. Του αρέσει να μου διηγείται ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια. Ξέρετε, αυτή η ασθένεια κάνει τον ασθενή να ξεχνά πρόσφατα γεγονότα, αλλά τα παλιά τα θυμάται ακόμα. Θυμάται έντονα τη μητέρα του, τη Μερόπη, που την έχασε όταν αυτή ήταν 49 χρόνων. Τώρα στην τελευταία μου επίσκεψη, μου διηγόταν, για μια ακόμα φορά, τον αγώνα που έκανε η μητέρα του, για να πείσει τον πατέρα του να τον αφήσει να σπουδάσει δάσκαλος. Στην εποχή του η Παιδαγωγική Ακαδημία ήταν η μόνη Ανώτερη Σχολή που υπήρχε στην Κύπρο. Το Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε πολύ αργότερα. Ο πατέρας του, που ήταν κτηματίας με πολλά κτήματα και εργάτες να εργάζονται γι' αυτόν, αρνιόταν να συναινέσει σε περαιτέρω σπουδές, λέγοντας του ότι τον χρειάζεται για να τον βοηθά στις αγροτικές δουλειές. Του είπε δε κατάμουτρα ότι τον θεωρεί τεμπέλη που θέλει να σπουδάσει δάσκαλος. Η μητέρα του τότε αναγκάστηκε να πουλήσει ένα μικρό κτηματάκι δικής της ιδιοκτησίας, για να τον στείλει στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Δυστυχώς την έχασε μόλις διορίστηκε δάσκαλος.

Αγαπημένε μου πατέρα, μ’ αυτή μου την ανάρτηση θέλω να σου πω πόσο σ’ αγαπώ. Σε σένα χρωστώ όχι μόνο το ζην, αλλά και το ευ ζην. Εσύ με έμαθες να μη δίνω αξία στα υλικά αγαθά και ότι η πνευματική καλλιέργεια βρίσκεται πάνω και από περιουσίες και από χρήματα. Άλλωστε τα κτήματα και η περιουσία του πατέρα σου χάθηκαν εκείνο το καλοκαίρι του 1974. Έμεινε μόνο η μόρφωση που φρόντισε η μητέρα σου να σου δώσει μ΄ εκείνο το μικρό κτηματάκι της!! Σ’ ευχαριστώ που έκανες το ίδιο για μένα και τις αδελφές μου.



Το κοριτσάκι στην αγκαλιά του πατέρα του είναι η Μερόπη. Λίγο μουτρωμένο δεν σας φαίνεται? Πάντως μια μανία με τις τσάντες την είχα. Αν προσέξετε και στην άλλη φωτο του προφίλ μου, με μια τσάντα στο χέρι ήμουν. Χα χα χα!

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

Στον παππού και στη γιαγιά μου...





Φεύγω την άλλη βδομάδα για τα πάτρια εδάφη. Την Κύπρο την αέρινη, τη μακαρία τη γη, όπως είπε κάποτε ο Κωστής Παλαμάς. Που όμως δεν είναι πια μακαρία (ευτυχισμένη και γαλήνια) και δεν νομίζω να υπήρξε και ποτέ, εδώ που τα λέμε. Συνέχεια σε περιπέτειες βρισκόταν.
Αυτές λοιπόν τις μέρες της ετοιμασίας, το μυαλό μου τρέχει συνέχεια στο χωριό μου τον Καραβά της Κερύνειας και τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια που έζησα εκεί. Η χρονική απόσταση και η απώλεια άραγε είναι που τα κάνουν να φαντάζουν σήμερα στα μάτια μου τόσο ευτυχισμένα??? Ίσως.
Σκέφτομαι πιο έντονα τον παππού και τη γιαγιά μου. Δυο γλυκύτατους ανθρώπους που σημάδεψαν τα παιδικά μου χρόνια. Για την ακρίβεια πιο γλυκύς ο παππούς, η γιαγιά ήταν κάπως πιο αυστηρή. Ο παππούς πάντα με το χαμόγελο και το χιούμορ μας αντιμετώπιζε. Τα δύσκολα (παρατηρήσεις, συστάσεις κλπ) τα άφηνε στη γιαγιά., με την οποία, ας σημειωθεί είχαμε επισκεφθεί όλες τις εκκλησίες και τα ξωκλήσια της περιοχής. Είχαν μοιράσει τους ρόλους, δεν ανταγωνίζονταν ποτέ. Γι’ αυτό ήταν πάντα αγαπημένοι. Δεν τους είδα ποτέ να μαλώνουν ή σχεδόν ποτέ. Παράδειγμα για τα νεώτερα ζευγάρια που ανταγωνίζονται στα πάντα και διαπληκτίζονται για ψύλλου πήδημα….
Η προσφυγιά παραήταν βαριά γι’ αυτούς. Όταν είσαι 70 χρονών (τόσο περίπου ήταν και οι δυο το 1974), οι πιθανότητες σου να ριζώσεις σε νέο τόπο είναι μηδαμινές. Δεν περνούσε μέρα που να μη θυμόντουσαν τον Καραβά, να μην κουβέντιαζαν γι’ αυτό και να μη δάκρυζαν. Και συνέχεια μια ευχή είχαν στα χείλη «και του χρόνου σπίτι μας». «Σαν τους τόπους μας (έτσι στον πληθυντικό), δεν υπάρχει άλλος τόπος…» έλεγαν συνέχεια. Ο παππούς πέθανε το 1981 και η γιαγιά το 1993. Με το όνομα του χωριού μας στα χείλη τους. Η γιαγιά τις τελευταίες μέρες παραμιλούσε αναφέροντας πρόσωπα και πράγματα από το αγαπημένο της χωριό. Μαζί τους πέθανε και η τελευταία αναλαμπή από τα παιδικά μου χρόνια.
Παππού μου αγαπημένε, δεν θα ξεχάσω ποτέ τις βόλτες που μας πήγαινες (τι ταινίες έχω δει μαζί σου στο σινεμά δεν λέγεται από την Αλίκη Βουγιουκλάκη μέχρι το ριφιφί του Ντασσέν), τα γλυκά σου λόγια και τις ατάκες σου. Ακόμα τις αναφέρω στα παιδιά μου, που δεν πρόλαβαν να σε γνωρίσουν. Δεν θα ξεχάσω μια μέρα που χτυπούσε η καμπάνα πένθιμα και σε στείλαμε να μάθεις ποιος πέθανε. Γύρισες μετά από λίγο και μας είπες «σχεδόν έμαθα ποιος πέθανε». Σου είπαμε "ή έμαθες ή δεν έμαθες, τι θα πει σχεδόν???" Και η απάντηση σου «είδα κατά πού έστριψε η νεκροφόρα. Σ’ εκείνο το δρόμο μόνο ένας άρρωστος υπήρχε, ο Π.». Τελικά ήταν πράγματι ο Π. ο πεθαμένος. Πόσες φορές από τότε δεν επαναλάβαμε γελώντας αυτό το «σχεδόν έμαθα»??? Ακόμα και τα παιδιά μου το λένε μέχρι σήμερα με παραλλαγές (π.χ. σχεδόν διάβασα).
Αγαπημένη μου γιαγιά, δεν σε θυμάμαι ποτέ να κάθεσαι, χωρίς τα χεράκια σου να μη φτιάχνουν κάτι. Και τι δεν έφτιαξες, κυρίως με το βελονάκι, με κείνα τα χρυσά χεράκια!! Σεμαίν, πετσετάκια, κουβέρτες, τραπεζομάντηλα κλπ κλπ. Δεν πήγαινες πουθενά χωρίς να κρατάς ως δώρο κάτι φτιαγμένο από σένα. Έχω μερικά από τα χειροτεχνήματα σου μέχρι και σήμερα και σε θυμάμαι.
Αν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι ο άνθρωπος δεν χάνεται όσο τον θυμούνται και τον μνημονεύουν, τότε και οι δυο ζείτε ακόμα και θα ζείτε για πολλά χρόνια και ιδίως στην καρδιά των παιδιών σας, των εγγονιών και των δισεγγονών σας . Όλοι σας μνημονεύουμε με αγάπη.
Αγαπημένοι μου φίλοι, όπως λέω και στην αρχή, την άλλη εβδομάδα φεύγω, θα λείψω καμιά δεκαριά μέρες, θα πάω να δω τους δικούς μου στην Κύπρο (γονείς, αδελφή, ανίψια κλπ). Όταν γυρίσω θα τα ξαναλέμε εδώ με περισσότερες εντυπώσεις…
-------------------------
Υ.Γ. Στη φωτογραφία πάνω ο παππούς και η γιαγιά στην ολάνθιστη αυλή του σπιτιού τους στον Καραβά ένα περίπου χρόνο πριν την τουρκική εισβολή και την προσφυγιά. Ο παππούς (εκπαιδευτικός στο επάγγελμα) κυκλοφορούσε πάντα γραβατωμένος, ακόμα και μετά τη σύνταξη του.
Η φωτογραφία κάτω είναι δική μου. Μ' έβγαλε ο πατέρας μου στο πλατύσκαλο του σπιτιού του παππού.

Κυριακή 17 Αυγούστου 2008

Η "μαγεία" που δεν ήλθε χθες βράδυ....



Παρέα με το ολόγιομο φεγγάρι έγραφα χθες, αλλά τελικά έκανα παρέα με τη μισή Αθήνα!

Στο χθεσινό μου ποστ σας προέτρεπα να σπεύσετε στην Ακρόπολη για τη θερινή πανσέληνο και είδα ότι σχεδόν όσοι μείνατε στην Αθήνα πράγματι σπεύσατε εκεί (δεν ήξερα ότι έχω τόσους πολλούς αναγνώστες। Χα χα χα!)। Αποτέλεσμα? Γινόταν μέγας συνωστισμός! Νέοι, γέροι, μεσήλικες, παιδιά, Έλληνες, μετανάστες και αλλοδαποί ανεβήκαμε ιδρωμένοι, λόγω της ζέστης και της ανηφόρας, στο Ιερό Μνημείο. Ευτυχώς που είχα την κόρη μου μαζί μου. Το χιούμορ της και η καλή της διάθεση με συντρόφευαν στην ανηφόρα κι έτσι τα κατάφερα να μη χάσω τελείως τον ενθουσιασμό μου για το εγχείρημα μου.

Κι επιτέλους να τη χάρη μας στον Ιερό Βράχο. Δεν φωτιζόταν για να απολαύσουμε, υποτίθεται, την πανσέληνο. Η πολυκοσμία όμως από τη μια και το γλιστερό των βράχων που πατούσαμε από την άλλη, σε συνδυασμό όλα αυτά με τη ζέστη και τον ιδρώτα, δεν με άφησαν να νιώσω τη μαγεία που περίμενα. Σε λίγο πήραμε την κατηφόρα, προσέχοντας να μη γλιστρήσουμε στους βράχους. Πολλοί δεν τα κατάφεραν και πάρτους κάτω. Είχαμε και μια από τους πολυπληθείς είναι η αλήθεια υπαλλήλους του ΥΠΠΟ που κρατούσαν την τάξη, να φωνάζει συνέχεια "βιαστείτε", "μην αφήνετε κενά", "harry up, harry up" και ήρθε η «μαγεία» και έδεσε….

Συμπέρασμα: Κακώς δεν άκουσα τη Νιόβη να απολαύσω την πανσέληνο από τη βεράντα της ή έστω από τη δική μου βεράντα… Την Ακρόπολη μπορούσα να την απολαύσω μια άλλη βραδιά του Αυγούστου. Βλέποντας μάλιστα τον Ιερό Βράχο από κάτω, ωραία φωτισμένο, χωρίς να ιδρώνω και να ξεφυσάω.....

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

Παρέα με το ολόγιομο φεγγάρι απόψε...


Απόψε λέω να ανηφορίσω προς την Ακρόπολη να την απολαύσω παρέα με το ολόγιομο φεγγάρι!!
Κάθε χρόνο έχω στο μυαλό μου να το κάνω, αλλά μέχρι τώρα δεν το κατόρθωσα. Είδα λοιπόν ότι και φέτος με απόφαση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου θα μείνουν ανοικτοί, μέχρι τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, 70 αρχαιολογικοί χώροι σε όλη την Ελλάδα (βλ. για λεπτομέρειες εδώ). Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.
Σπεύσατε…..

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008

Το χαζοχαρούμενο ποστ που δεν έγινε....


Χθες το πρωί ξύπνησα με μια χαλαρή καλοκαιρινή διάθεση.

Αποφάσισα να μην πάω στο γραφείο. Καλοκαιράκι είναι. Τα δικαστήρια μπήκαν στα θερινά τμήματα, όπου δικάζονται μόνο οι επείγουσες υποθέσεις, οπότε υπάρχει και από θέμα δουλειάς μια άνεση, μια χαλαρότητα. Το κοριτσάκι μου (που δεν είναι πια κοριτσάκι, αλλά κοπελλάρα 25 χρόνων) γύρισε από την Αγγλία. Ήμουν χαρούμενη γιατί θα την έχω όλο το καλοκαίρι. Τρόπος του λέγειν θα την έχω, γιατί ετοιμάζει την πτυχιακή της εργασία κι έχει πολλή δουλειά. Ο γιόκας μου τέλειωσε επιτέλους τη στρατιωτική του θητεία που ας σημειωθεί δεν τη συμπάθησε ούτε μια μέρα (γκρίνιαζε συνέχεια δοκιμάζοντας και τη δική μου υπομονή). Βρέθηκε λοιπόν (η χάρη του) στην Ισπανία, στη Βαρκελώνη. Παρακολουθεί μαθήματα σε Σχολή για να βελτιώσει λέει τα Ισπανικά του (ναι ξέρει και απ’ αυτά). Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Όχι ….δεν μας τρώει τα φράγκα. Όταν σπούδαζε στη Νορβηγία, δούλευε παράλληλα, οπότε έχει δικά του λεφτά να τρώει.

Όλα καλά κι όλα ωραία. Έτσι νόμιζα τρομάρα μου. Ήμουν μάλιστα έτοιμη να αρχίσω να γράφω ένα χαζοχαρούμενο ποστ εξιστορώντας τα πιο πάνω με πιο χαρούμενα όμως χρώματα, ώσπου δέχομαι ένα τηλεφώνημα. Διεθνή κλήση. Ο γιόκας μου ήταν. Από Ισπανία. «Μαμά με κλέψανε, μου τα πήραν όλα, διαβατήριο, κάρτες, λεφτά, κινητό….». Πώς δεν μου ρθε εγκεφαλικό της μεσόκοπης μάνας!! Και είμαι και σε κρίσιμη ηλικία… Πώς έγινε γιόκα μου? «Να, ήμουν στη στάση, περίμενα το λεωφορείο να πάω στη Σχολή, είχα αφήσει την τσάντα στο παγκάκι και πέρασε ένας σαν σίφουνας και μου την πήρε, δεν πρόλαβα να αντιδράσω…». Να και κλεφτρόνια σαν τα δικά μας στην Ισπανία. Είναι γεγονός βέβαια ότι είναι αφηρημένος γενικά ο γιος μου, ξεχνά κινητά στα ταξί, χάνει το πορτοφόλι του κλπ, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια… Δεν τον μάλωσα πολύ, λίγο όμως το μάλωσα (χίλιες φορές του είχα πει να μην αφήνει την τσάντα από το χέρι του). Άντε τώρα. Αρχίσαν τα τρεχάματα. Έπρεπε να ακυρώσω τις κάρτες, να βρω τρόπο να του στείλω χρήματα κλπ κλπ. Στήσαμε κι ένα καυγά, γιατί του έλεγα να μου πει το όνομα ενός φίλου του να στείλω στο όνομα του τα χρήματα, αφού ο ίδιος δεν είχε ταυτότητα ή διαβατήριο να τα εισπράξει. Αυτός έλεγε ότι θα του τα δώσουν με μια παλιά φοιτητική ταυτότητα που είχε ξεμείνει στα πράγματα του, εγώ του έλεγα ότι δεν θα του τα δώσουν. Τελικά τα έστειλα στο όνομα του. Λέω αν δεν μπορέσει να τα πάρει, κακό του κεφαλιού του. Ο ίδιος θα μείνει χωρίς λεφτά, δεν θα μείνω εγώ. Τα πήρε όμως ο μπαγάσας με την παλιά φοιτητική ταυτότητα….

Σήμερα όλο το πρωί έτρεχα να του βγάλω καινούργια κάρτα για να παίρνει χρήματα από ΑΤΜ. Παρένθεση - καλέ, έχετε προσέξει τι ξινισμένα μούτρα έχουν οι υπάλληλοι της Εμπορικής Τράπεζας;- κλείνει η παρένθεση. Μετά έτρεχα στο Ταχυδρομείο για να του στείλω και την ταυτότητα του. Ευτυχώς που όταν έφευγε με άκουσε και δεν την πήρε κι αυτή μαζί του, πήρε μόνο το διαβατήριο. Ήταν έτοιμος να την πάρει. Θα την κλαίγαμε κι αυτήν τώρα...

Αχ ξινή μου βγήκε η καλοκαιρινή χαλαρότητα και διάθεση. Α, και δεν θα ξανασκεφτώ να γράψω χαζοχαρούμενο ποστ, ματιάζομαι μόνη μου, είμαι γκαντέμω φαίνεται. Μητσοτάκη μ’ ακούς??

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008

Ευχηθείτε μας ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ…(ανανεωμένο)







Μένω στα ΓΛΥΚΑ ΝΕΡΑ. Κατά τις 13.30 με παίρνει τηλέφωνο στο γραφείο μια γειτόνισσα και μου λέει «Γύρνα γρήγορα σπίτι, γίνεται χαμός εδώ, έχουμε φωτιά….». Πήρα το αυτοκίνητο και ξεκίνησα με την ψυχή στο στόμα. Πάνω από τον Υμηττό έβλεπα ένα πυκνό καπνό να ξεπροβάλλει…. Μέχρι να φτάσω στο σπίτι πέρασαν από το μυαλό μου χίλιες μαύρες σκέψεις και παραστάσεις. Θυμήθηκα εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του 74 που ξεσπιτωθήκαμε από το χωριό μας στην Κερύνεια και τρέχαμε να σωθούμε από τον Αττίλα που προέλαυνε. Θυμήθηκα το περσινό καλοκαίρι με τις φωτιές, τον κόσμο να κλαίει και να θρηνεί τους δικούς του ανθρώπους που χάθηκαν, τα σπίτια του, τις περιουσίες του….
Μόλις πέρασα από την ανατολική πλευρά του Υμηττού και πήρα τη λεωφόρο Λαυρίου, είδα τη μαυρίλα και τη φωτιά. Τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν. Βρύσες τα δάκρυα….. Δεν έχουν περάσει ακόμα δύο χρόνια από τότε που μετακομίσαμε στα Γλυκά Νερά. Φύγαμε από μια πυκνοκατοικημένη περιοχή (του Ζωγράφου) και ήρθαμε εδώ, στο νέο μας σπίτι που βρίσκεται πολύ κοντά στο δάσος του Υμηττού. Μέχρι σήμερα είμασταν πολύ χαρούμενοι γι’ αυτό. Βλέπαμε το δάσος από τη βεράντα μας και το καμαρώναμε. Πού και πού βέβαια προβληματιζόμουν. Έβλεπα ότι δεν υπήρχαν αρκετοί δρόμοι μέσα σ’ αυτό που θα ήταν αντιπυρικές ζώνες και συγχρόνως θα βοηθούσαν ενδεχομένως σε κατάσβεση φωτιάς. Αλλά γρήγορα έδιωχνα τις άσχημες σκέψεις. Τώρα όμως οι άσχημες σκέψεις με κατάκλυζαν, δεν ήξερα τι θα αντικρίσω όταν θα έφτανα κοντά.
Έφτασα επιτέλους στο σπίτι. Ανάσανα…. Η φωτιά έχει μεν κάψει ένα μεγάλο μέρος του όμορφου γειτονικού μας δάσους, πλησίασε κοντά, αλλά δεν έφτασε μέχρι τα σπίτια. Προχωρούσε προς τα πάνω, προς την κορφή του Υμηττού. Λόγω του ανέμου. Αν ο άνεμος γυρίσει?? Δεν τολμώ να το σκεφτώ…

Ευχηθείτε μας ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ…..Στη χώρα που ζούμε θα μας χρειαστεί...



-------------------------------

Υ.Γ. Δεν ξέρω τι να κάνω, είμαι ταραγμένη. Είπα λοιπόν να αποτυπώσω τις σκέψεις μου, για να ξαλαφρώσω….
 
Τις φωτογραφίες τις τράβηξα εγώ η ίδια από τη βεράντα του σπιτιού μου.
--------------------------------
Υ.Γ.2 Η ώρα είναι 21.45. Η φωτιά σβήστηκε σχεδόν εντελώς. Μέχρι τις 21.00 έβλεπα ακόμα ελικόπτερα να ρίχνουν νερό. Προφανώς για να προλάβουν τυχόν αναζωπυρώσεις τη νύχτα. Ένας γείτονας που ήταν σπίτι την ώρα που ξέσπασε η πυρκαγιά μου είπε ότι άκουσε μια δυνατή έκρηξη και βγήκε έξω. Και τότε είδε τη φωτιά... Θα ήταν λίγο πριν την ώρα 13.00. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η έκρηξη. Η έρευνα (?) θα δείξει?

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008

"Εγινα Τούρκος" - "Μη μιλάς ελληνικά"

Μετά από τρεις ημέρες αποκλεισμό, λόγω των χιονιών, πήγα σήμερα στη δουλειά! Ξεκίνησα από το σπίτι γύρω στις 7.30 π.μ. Η κίνηση δεν ήταν μεγάλη, η ημέρα προδιαγραφόταν ωραία. Έβαλα το ραδιόφωνο στο σταθμό «Δίεση» και επειδή είχα καλή διάθεση άρχισα να τραγουδώ, παρασυρμένη από την ωραία μουσική. Όχι να το παινευτώ αλλά έχω και καλούτσικη φωνή (συγχωριανή γαρ του Μιχάλη Χατζηγιάννη). Σε μια στιγμή συνέλαβα τον εαυτό μου να τραγουδά τον «Τούρκο» του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα.


Mου γράφεις δε θα 'ρθεις για διακοπές
χρωστάς μαθήματα μου λες
φωτογραφίες στέλνεις απ' το Λούβρο
και άλλες με τον γάτο σου τον Τούρκο
ο Τούρκος να πηδάει στα σκαλιά
και ύστερα παιχνίδια να σου κάνει
στη γάμπα σου να τρέμει μια ουρά
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ' άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
Μου γράφεις πως σου έλειψα πολύ
μου στέλνεις χάρτινο φιλί
το χρόνο σου μετράς για το πτυχίο
το γράμμα μου σου φάνηκε αστείο
και ο Τούρκος στη μοκέτα αραχτός
φιλίες με τους Γάλλους σου να πιάνει
να πίνει και να τρώει ό,τι τρως
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ' άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
Συγχώρα με που γίνομαι μικρός
μα η ανάγκη να σε νιώσω είναι μεγάλη
μακριά σου νιαουρίζω μοναχός
μα c' est la vie που λένε και οι Γάλλοι


Και τότε τι θυμήθηκα;;;

Πέρσι τέτοιο περίπου καιρό, ο καλός μου ο άντρας που εργάζεται σε ένα μεγάλο νοσοκομείο της Αττικής, έφερε στο σπίτι να γνωρίσω τρεις συμπαθέστατες κοπέλες. Ήταν σπουδάστριες της νοσηλευτικής και ήρθαν στην Ελλάδα για δύο περίπου μήνες με κάτι προγράμματα ανταλλαγής σπουδαστών. Εθνικότητα; Τουρκάλες από την Κωνσταντινούπολη. Δεν άργησα να τις συμπαθήσω, όπως και ο άντρας μου. Για να τις ευχαριστήσουμε τις πήγαμε μια μέρα και μια μικρή εκδρομή στα περίχωρα της Αττικής. Στο αυτοκίνητο βάλαμε πάλι μουσική και, ως συνήθως τραγουδούσα (το έχω αυτό το κουσούρι). Μεταξύ άλλων και τον «Τούρκο» του Μαχαιρίτσα. Μια από τις κοπέλες κατάλαβε ότι τραγουδούσα για κάποιον «συμπατριώτη» τους και με ρώτησε τι λέει ακριβώς το τραγούδι. Εξήγησα στις κοπέλες ότι η φράση «έγινα Τούρκος» στα ελληνικά έχει την έννοια «θύμωσα πολύ». Ευτυχώς τα κορίτσια γέλασαν καλόκαρδα. Τις ρώτησα αν υπάρχει κάποια ανάλογη φράση στα τούρκικα. Μου απάντησαν ότι όταν κάποιο παιδί λέει βρωμόλογα, η μαμά του το μαλώνει με τη φράση «μη μιλάς ελληνικά». Γέλασα κι εγώ με τη σειρά μου…

Αλήθεια πόσο πιο απλά θα ήταν τα πράγματα αν πραγματικά είχαμε την ευκαιρία να γνωριστούμε οι δύο λαοί με καλή διάθεση. Είμαι σίγουρη ότι θα συμπαθούσαμε ο ένας τον άλλο. Όπως εγώ συμπάθησα τα τρία κορίτσια. Και αυτά εμένα (νομίζω). Εξακολουθούμε μέχρι σήμερα να ανταλλάσσουμε μηνύματα.


Υ.Γ. Οι νεαρές μου «φίλες» μου από την Τουρκία μου έστειλαν μερικές θαυμάσιες φωτογραφίες από την Κωνσταντινούπολη, μερικές από τις οποίες τις έχω αναρτήσει εδώ.


Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

Πρωτοχρονιά του 1977


Ξημέρωσε Πρωτοχρονιά! Και το μυαλό μου τρέχει σε μια άλλη Πρωτοχρονιά. Αυτήν του 1977! Τότε που ντυμένη νυφούλα (ωχ μελοδραματικό μου ακούγεται αυτό!) παντρευόμουν τον έρωτα των φοιτητικών μου χρόνων! Αυτόν που γνώρισα σε χαλεπούς, αλλά συγχρόνως ωραίους καιρούς. Μαζί στα καλά και τα κακά της περιόδου εκείνης. Μαζί στα φοιτητικά πάρτυ, στους περιπάτους, στα σινεμά, αλλά και στις διαδηλώσεις….Στα γεγονότα της Νομικής…Τότε που έτρεχα να γλιτώσω από τους αστυνομικούς και έχασα το ένα μου παπούτσι…..Κι εσύ σύντροφε μου καλέ, έτρεχες από πίσω μου, αν και πιο γρήγορος από μένα, για να με προστατεύεις. Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου Τότε που έφυγα κι εσύ έμεινες μέσα, ήσουν εκεί όταν μπήκαν τα τανκς…Πώς γλίτωσες, η καρδούλα σου το ξέρει!

Πώς πέρασαν κιόλας 31 χρόνια! Τότε ήμουν δεν ήμουν 25 χρόνων, ενώ σήμερα περπατάω αισίως προς τα 56!! Κι εσύ σύντροφε της ζωής μου (πολύς μελοδραματισμός μου βγαίνει σήμερα) παλικάρι 27 χρόνων ήσουν τότε (πω, πω τόσο πάει ο γιος μας τώρα και νομίζω ότι είναι ανώριμος για γάμο)…Μη νομίζετε ότι αυτά τα 31 χρόνια κύλησαν όλα μέσα στην καλή χαρά και το ρομαντισμό। Όχι, είχαμε την καλή μας χαρά, αλλά και τη λύπη μας, είχαμε τα καλά μας, αλλά και τα άσχημα μας, τα πάνω μας, αλλά και τα κάτω μας, τις αγάπες μας, αλλά και τους καυγάδες μας… Ήρθαν και φορές που κοντέψαμε να το διαλύσουμε. Αλλά επικράτησαν ωριμότερες σκέψεις। Και νομίζω δεν το μετάνιωσε κανείς μας.

Τα πρώτα χρόνια μπορώ να πω ότι οι συγκρούσεις ήταν πιο συχνές. Άνθρωποι με ισχυρές προσωπικότητες και οι δυο, ερχόταν ώρα που δυσκολευόμασταν να υπερνικήσουμε το εγώ μας. Με τα χρόνια και την ωριμότητα που κερδίζαμε σιγά σιγά, οι συγκρούσεις λιγόστεψαν, η σχέση μας γλύκανε και ωρίμασε. Ρούχα που πλύθηκαν και πλένονται ακόμα μαζί είμαστε. Και ναι μεν διατήρησε το καθένα το χρώμα του (δεν γίναμε ροζ, όπως στο τραγούδι), αλλά με τον καιρό μάθαμε να συμβιώνουμε και να αγαπάμε και το χρώμα του άλλου. Ήρθαν και τα παιδιά… Δύο, ζωή να έχουν…. Η μητρότητα με έκανε πιο υποχωρητική και υπομονετική. Επιστράτευα όλο και πιο πολύ το χιούμορ για να αντιμετωπίζω τις δυσκολίες. Τώρα πια σταματάω τους ολοένα και πιο αραιούς, αλλά αναπόφευκτους (για ανθρώπους που συζούν, πιστέψτε με είναι αναπόφευκτοι) καυγάδες με χιουμοριστικό, όσο το δυνατόν, τρόπο. Να πχ πριν λίγο καιρό ενώ καυγαδίζαμε του καλού καιρού και μου είπε πόσο μετάνιωσε που με παντρεύτηκε (!), του είπα «κι εγώ μετάνιωσα, αλλά σαν δυο μετανιωμένοι που είμαστε, δεν πάμε για κανένα καφέ;;». Γελάσαμε και πήγαμε για καφέ.

Πώς γιορτάσαμε σήμερα την επέτειο μας;;; Πολύ απλά. Πήγαμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο μέχρι τη θάλασσα, το Σούνιο, την αγαπημένη μας τοποθεσία. Στο αυτοκίνητο τραγουδούσαμε. Τραγούδια της εποχής μας. Μέχρι και το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» τραγουδήσαμε. Ένα τραγούδι που πάντα είναι επίκαιρο. Όλο και κάποια ξαστεριά περιμένουμε…..

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ.

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2007

Καλό ταξίδι....





Στη μνήμη όσων έφυγαν με μετέωρη την ευχή «και του χρόνου σπίτι μας»

Με θλίψη ξημέρωσε η σημερινή μέρα. Χθές βράδυ πληροφορήθηκα το θάνατο του γλυκύτατου θείου Σταύρου. Σήμερα πρωί πρωί έμαθα ότι έφυγε από κοντά μας και ο αγαπημένος μας φίλος Ανδρέας. Δυο ακόμη ανθρώπινοι κρίκοι που με ένωναν με το μέρος που γεννήθηκα και μεγάλωσα έσβησαν και έσπασαν.

Όταν εκείνο το σκοτεινό καλοκαίρι του 1974 ξεριζωθήκαμε και αποκοπήκαμε βίαια και άδικα από το αγαπημένο μας χωριό, στην Κερύνεια της Κύπρου, έμειναν οι ανθρώπινοι κρίκοι να με ενώνουν ακόμα μ’ αυτό. Ο αγαπημένος μου παππούς, η γλυκειά μου γιαγιά, οι θείοι μου, τα εξαδέλφια μου, οι φίλοι και φυσικά οι γονείς μου και τα αδέλφια μου. Όλοι ξεριζωμένοι και σκορπισμένοι. Τον πρώτο καιρό βρισκόμασταν συνέχεια, ανταλλάσαμε επισκέψεις, διοργανώναμε εκδηλώσεις μνήμης, γιορτές, συνεστιάσεις. Και στο κέντρο της κουβέντας πάντα το αγαπημένο χωριό, οι αναμνήσεις, οι εικόνες... Την πρωτοχρονιά μια ευχή κυριαρχούσε σε όλους ηλικιωμένους, νέους και παιδιά «άντε και του χρόνου σπίτι μας»…Σιγά σιγά εμείς οι νέοι παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά, δημιουργήσαμε νέο σπιτικό, στα καινούργια μέρη που ριζώσαμε. Για μας πια το σπίτι μας ήταν εδώ που ζούσαμε. Η ευχή όμως παρέμεινε στο στόμα των πιο ώριμων και ηλικιωμένων. Ώσπου άρχισαν να φεύγουν ένας – ένας. Το 1981 έφυγε ο αγαπημένος μου παππούς, το 1993 η γιαγιούλα μου, λίγο αργότερα η θεία Ειρήνη, η θεία Μαρούλα…..Και τώρα ο θείος Σταύρος, ο αγαπημένος οικογενειακός φίλος Ανδρέας. Οι ανθρώπινοι κρίκοι σπάνε και μαζί τους ξεθωριάζει σιγά – σιγά και η εικόνα του χωριού μου. Όλο και πιο λίγα στόματα πια ξεστομίζουν κάθε Πρωτοχρονιά την ευχή «και του χρόνου σπίτι μας». Μέχρι να μη μείνει κανένας… Το σπίτι μας έχει γίνει πια το σπίτι κάποιων άλλων….

Καλό ταξίδι γλυκειέ μου θείε Σταύρο και αγαπημένε φίλε Ανδρέα.


Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2007

Ντροπή μου!


Σήμερα ήταν μέρα πληρωμών. Βγήκα από το σπίτι μου με το πορτοφόλι μου γεμάτο (ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα) και άρχισα να πληρώνω. Πρώτα – πρώτα πλήρωσα το στεγαστικό μου δάνειο και καλά έκανα. Μετά τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, την ΕΥΔΑΠ (αναπόφευκτα). Ακολούθως ήρθε η ώρα των πιστωτικών καρτών (και δεν είναι λίγες οι άτιμες). Για το τέλος άφησα τη συνδρομή μου στην ACTIONAID. Ανοίγω το πορτοφόλι μου και είχε αδειάσει. Αχ καημένε μου Αμπού, γλυκό μου παιδάκι από την Γκάνα, σε άφησα τελευταίο, αντί να πληρώσω τη συνδρομή μου πρώτα – πρώτα. Πλήρωσα τις κάρτες μου πριν από σένα. Και τι δεν έχω πάρει με τις κάρτες η καταναλώτρια! Ακόμα και μια μπλούζα που δεν μου κάνει γιατί πάχυνα η γουρούνα! Κι εσύ αγόρι μου γλυκό τι μου ζήτησες; Λίγα ψίχουλα για να μπορέσει να συντηρείται το σχολείο σου και να μάθεις λίγα γράμματα. Κι εγώ προτίμησα να πληρώσω τις κάρτες μου πριν από αυτό. Ντροπή μου!

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007

Η Μερόπη προβληματίζεται...


Θα με συγχωρέσετε για την απειρία μου. Πρώτη φορά δημιουργώ δικό μου ιστολόγιο και αυτό είναι το πρώτο μου γραπτό! Έχω και μια κάποια ηλικία  που δυσκολεύει λίγο τη γρήγορη εξοικείωση με την τεχνολογία. Πού θα μου πάει, θα εξοικειωθώ σιγά -σιγά. Η ιδέα για να αρχίσω να γράφω σε blog, μου δημιουργήθηκε ψάχνοντας να βρω στο διαδίκτυο γιατί δεν ακούω τις τελευταίες μέρες το γνωστό δημοσιογράφο και ραδιοφωνικό παραγωγό Χρήστο Μιχαηλίδη στο ραδιόφωνο του Αντέννα. Βρήκα λοιπόν το προσωπικό του blog, όπου εξηγεί την ξαφνική απομάκρυνση του από το ραδιόφωνο. Καλά ρε παιδιά γιατί οι σοβαροί και ανεξάρτητοι άνθρωποι αναγκάζονται σιγά - σιγά να απομακρυνθούν από το ραδιόφωνο;;; Γιατί μας αναγκάζετε να υπομένουμε την προχειρολογία και την αερολογία;;; Χρήστο σε παρακαλώ ενημέρωσε το ιστολόγιο σου πού και πότε θα σε ξανακούσουμε στο ραδιόφωνο. Περιμένω με ανυπομονησία να σε ξανακούσω. Είσαι μια ανάσα στην προχειρότητα που επικρατεί σχεδόν παντού.